Έχει φτάσει μιάμιση και είμαστε Φωκίωνος, όλο το βράδυ μπεκροπύναμε θυμηθήκαμε τα παιδικά μας χρόνια που περνάγαμε όταν είμαστε δεκαπέντε χρονών στην παραλία είπαμε για τους ανεκπλήρωτους στόχους μας μέχρι σήμερα τους γκόμενους και τις γκόμενες που παλεύαμε χωρίς επιτυχία τα πεσίματα και τα φλερτ του καλοκαιριού όπως μας σημάδεψαν. Τα όνειρα που δεν έγιναν πραγματικότητα , τι κάνουμε τώρα, τα σχέδια μας τις γκόμενες, είπαμε για τον Ηρακλή που δεν την καλύπτει σεξουαλικώς και είναι μια σχέση μίσους και συνήθειας. Παπαριές καμαρωτές, γκομενιλίκι ψάχνει να το δείτε. Οι τηλεοπτικές σειρές ,είναι σεναριογράφος στο χαζοκούτι, οι νέες δουλειές που περιμένουν , η πλήξη και η βαρεμάρα , το ψυχολογικό παιχνίδι. Κοίταζα τον κώλο της , έχει ομορφύνει προσφάτως. Λες να θέλω να την πηδήξω απόψε? μπα..κούραση η ανταλλαγή υγρών. Ξεκινήσαμε από τα μπαράκια της Κολοκοτρώνη και ανεβήκαμε σε προτιμήσεις στα υπόλοιπα που συναντούσαμε στο δρόμο μας μέχρι τις μια και είκοσι. Έχουμε κατεβάσει τον άμπακο. Το αλκοόλ κοντεύει να τρέξει από τα αυτιά μας. Μετά καβαλήσαμε και κινήσαμε για φώκα νέγκρα. Το αν θα βλέπω να οδηγήσω αμφίβολο. Θυμάμαι τον φίλο που έπεσε σε μπλόκο νυχτιάτικο, πάω από μικρούς δρόμους. Φτάνοντας στο μπαράκι κάτω από το σπίτι της μου λέει εδώ τα ποτά είναι από μένα, δεν θα κάνεις τα δικά σου. Την πέφτουμε και αρχίζει τις αφιερώσεις , no more heroes, stay, just a bit longer,Τα θυμάσαι? Σου θυμίζουν κάτι? Και βέβαια , μου θυμίζουν την εποχή της αθωότητας που ζήσαμε στα δεκαπέντε μας. Στο ξαφνικό έρχεται ένας τύπος και μου λέει έχω ταξιδέψει σε όλο τον κόσμος με τα καράβια, εξηντάρης ξερακιανός ψιλό μεθυσμένος , το ρολόι δείχνει τρεις τα μεσάνυχτα και ο τύπος έχει λογοδιάρροια. Ο ιδιοκτήτης του μπαρ ο Ντίνος χασκογελάει με την γκαρσόνα , ωραίο μουνί η τύπισσα, τι παραχωρήσεις να κάνει για το μεροκάματο . Εντωμεταξύ η τύπισσα μου ψιθυρίζει , το επόμενο που μας μένει είναι να σου πω να ανέβεις επάνω. Αστό της λέω καλύτερα να το ονειρεύεσαι όλο το βράδυ, η παρακμή και η σήψη έχουν μουδιάσει το πρόσωπό μου και είμαι ευχαριστημένος τόσο που θέλω να ξαναθυμάμαι τα συναισθήματα αυτά το πρωί όταν ξυπνήσω. Ναι , είμαι ένα πραγματικό ρεμάλι.!!!
Φεύγω από φώκα νέγκρα και ανεβαίνω προς στονε σιτι. Στο φανάρι που είναι πράσινο καίω το πίσω λάστιχο να μυρίσω τον καπνό που με προσπερνάει. Στην ευθεία χουφτώνω το γκάζι και ακούω το τετρακύλινδρο να ουρλιάζει , ο δρόμος τελειώνει γρήγορα και στο επόμενο φανάρι ταλαιπωρώ το πίσω λάστιχο χωρίς έλεος. Τα ξίδια μου έχουν φέρει πείνα και του μυαλό μου βρίσκεται στα γεμιστά που με περιμένουν στο ψυγείο .
Μπροστά μου δυο σκουπιδιάρικα μαζεύουν την πραμάτεια τους είναι τρεισήμισι τα ξημερώματα και οι δημόσιοι σκουπιδιάρηδες κάνουν πιάτσα.
Πιο πέρα ένα γατί πετάγεται στο δρόμο , φρένα και το γλυτώσαμε το άτιμο. Τέσσερις παρά τέταρτο είμαι στο γκαράζ και ανεβαίνω σβέλτα στο σπίτι , γραμμή για τα γεμιστά που καταβροχθίζω γράφοντας στο γουόρντ αυτές τις σαχλαμάρες. Το ποτό φέρνει μεγάλη πείνα. Το ρολόι δείχνει τέσσερις…Τα γράφω για να τα θυμάμαι αύριο το πρωί…πάω για δεύτερο πιάτο γεμιστά…ανοίγω το μοζίλα, μηνύματα στο φασομπούκι…αύριο μια πάλι από τα ίδια.